βῆχας

βήξ
cough
masc/fem acc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βήχας — ο 1. απότομη, σπασμωδική εκπνοή αέρα από τα πνευμόνια που παράγει χαρακτηριστικό, οξύ ήχο: Κάθε πρωί τον πιάνει ένας φοβερός βήχας. 2. φρ., «Του έκοψα το βήχα», έβαλα τέρμα στις απαιτήσεις κάποιου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βήχας —  Αντανακλαστικό φαινόμενο που συνίσταται στη βίαιη εκπνοή, με τη γλωττίδα αρχικά κλεισμένη, για να ανοίξει στη συνέχεια απότομα. Αποσκοπεί στην απομάκρυνση εκκριμάτων και ξένων σωμάτων από τις αεροφόρους οδούς. Το αντανακλαστικό του β.… …   Dictionary of Greek

  • βήχας — [вихас] ουσ. а. кашель …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • κορακόβηχας — ο 1. ξηρός, συνεχής και επίμονος βήχας που μοιάζει με τον κρωγμό τού κόρακα 2. ο βήχας που προκαλεί ο κοκίτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < κόρακας + βήχας (< βήχας), πρβλ. γαϊδουρό βηχας, ξερό βηχας] …   Dictionary of Greek

  • κοκίτης — Οξεία λοιμώδης και μεταδοτική νόσος. Προσβάλλει εκλεκτικά τις ανώτερες αναπνευστικές οδούς και χαρακτηρίζεται από τυπικούς παροξυσμούς σπασμωδικού βήχα, με σπασμό της γλωττίδας και αποβολή λεπτόρρευστης, βλεννώδους απόχρεμψης. Ο κ. προσβάλλει… …   Dictionary of Greek

  • ξερόβηχας — ο 1. βήχας ξηρός, χωρίς αποχρέμψεις 2. προσποιητό βήξιμο κάποιου για να τραβήξει την προσοχή άλλου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ξερός + βήχας] …   Dictionary of Greek

  • ξηρόβηξ — ξηρόβηξ, ὁ (Α) βήχας χωρίς φλέγματα, χωρίς αποχρέμψεις, ξερόβηχας. [ΕΤΥΜΟΛ. < ξηρός + βήξ «βήχας»] …   Dictionary of Greek

  • Liste der unregelmäßigen Substantive im Neugriechischen — Unregelmäßige Substantive im Neugriechischen sind Substantive, die sich in verschiedenerlei Hinsicht grammatikalisch anders verhalten als die Mehrheit der neugriechischen Substantive. Inhaltsverzeichnis 1 Übersicht 2 Gebrauch 3 Substantive mit… …   Deutsch Wikipedia

  • Liste unregelmäßiger Substantive im Neugriechischen — Unregelmäßige Substantive im Neugriechischen sind Substantive, die sich in verschiedenerlei Hinsicht grammatikalisch anders verhalten als die Mehrheit der neugriechischen Substantive. Inhaltsverzeichnis 1 Übersicht 2 Gebrauch 3 Substantive mit… …   Deutsch Wikipedia

  • Unregelmäßige Nomen im Neugriechischen — Unregelmäßige Substantive im Neugriechischen sind Substantive, die sich in verschiedenerlei Hinsicht grammatikalisch anders verhalten als die Mehrheit der neugriechischen Substantive. Inhaltsverzeichnis 1 Übersicht 2 Gebrauch 3 Substantive mit… …   Deutsch Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.